Matilda Shnurova: Η ντίβα της ρωσικής γαστρονομίας



Πολυσχιδής προσωπικότητα με δυναμισμό και φινέτσα, η Ρωσίδα ιδιοκτήτρια του πιο πολυσυζητημένου ρεστοράν της Αγ. Πετρούπολης ονειρεύεται τη νέα ρωσική κουζίνα σε περίοπτη θέση στον παγκόσμιο γαστρονομικό χάρτη. Γνωριστήκαμε στην Αγία Πετρούπολη και κάναμε μια κουβέντα στο CoCoCo, ένα από τα εστιατόριά της, όπου με τον σεφ Igor Grishechkin στην κουζίνα παρουσιάζουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εκδοχή της μοντέρνας ρωσικής κουζίνας.

Οι σπουδές της στη βιοχημεία δεν προϊδέαζαν σε καμιά περίπτωση ούτε την ίδια αλλά ούτε και τον περίγυρό της για το λαμπρό μέλλον της στο ρωσικό lifestyle και πλέον, το ρόλο της στην επανάσταση της ρωσικής κουζίνας. Η Matilda Shnurova είναι γυναίκα με ανάστημα πρίμα μπαλαρίνας και δεινή λάτρης του κλασικού μπαλέτου. Όταν μετακόμισε στην Αγ. Πετρούπολη από τη Μόσχα, όπου βρισκόταν από 16 ετών, οι απέλπιδες προσπάθειες να βρει χώρο για ερασιτέχνες λάτρεις του είδους την οδήγησαν στη δημιουργία της δικής της σχολής το 2010. Με motto «το μπαλέτο είναι για όλους» στο «Isadora Ballet School» διδάσκει την τέχνη σε άτομα ανεξαρτήτως ηλικίας ή σωματότυπου.



Στην ανασκόπηση αναφορικά με τις επαγγελματικές της αναζητήσεις αναφέρει το σύντομο πέρασμά της από τον χώρο των εκδόσεων, τις σπουδές για εξειδίκευση στη δημιουργία ντοκιμαντέρ, αλλά και τη συνεργασία της με studio μουσικών παραγωγών δουλεύοντας ως βοηθός στο πλευρό του Ivan Shapovalov, μουσικού παραγωγού του τότε διάσημου συγκροτήματος των t.A.T.u. Εκεί γνώρισε τον μελλοντικό της σύζυγο, Sergey Shnurov, τη φωνή της δημοφιλούς ρωσικής μπάντας Leningrand.

Το ζευγάρι, γνωστό και ως «Brangelina» της Ρωσίας, έγινε ένα από τα πιο αγαπητά του εγχώριου lifestyle γι' αυτό και ο χωρισμός τους μετά από 11 χρόνια κοινού βίου ήταν μια έκπληξη. Σήμερα, η κα Shnurova, με ωριμότητα έμπειρης επιχειρηματία και ταμπεραμέντο αληθινής ντίβας, αφήνει το δικό της στίγμα στα γαστρονομικά πλέον δεδομένα της γενέτειράς της ως ιδιοκτήτρια του κομψού Cococo, ενός από τα πρώτα «farm to table» εστιατόρια της Ρωσίας, με γαστρονομική δυναμική.



Η ηγερία της νέας ρωσικής κουζίνας

Το εστιατόριο στεγάζεται στο πολυτελές ξενοδοχείο Sofitel, σε κοσμοπολίτικη περιοχή της πόλης, με εμβληματικά αξιοθέατα όπως το μουσείο Grand Hermitage να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής. Η κομβική τοποθεσία, η πρωτοτυπία του προφίλ της κουζίνας, η δραστήρια ομάδα και οι σωστές δημόσιες σχέσεις της ήδη διάσημης ιδιοκτήτριάς του το κατέστησαν σύντομα σημείο συνάντησης προσωπικοτήτων της εγχώριας αλλά και διεθνούς show biz. Εδώ, ο φιλόδοξος και ταλαντούχος σεφ Igor Grishechkin, εν είδει γαστρονομικού Τολστόι, αφηγείται την ιστορία της κουζίνας της χώρας των Τσάρων αποδίδοντας στην απλή πρώτη ύλη καλλιτεχνική διάσταση.

Το Cococo, χαράσσοντας μια νέα πορεία στα τοπικά γαστρονομικά δεδομένα, είναι πλέον το πιο πολυσυζητημένο ρεστοράν της «Βενετίας του βορρά» και η φήμη του επεκτείνεται με γοργούς ρυθμούς εκτός συνόρων. Μάλιστα, η επιτροπή που διαμορφώνει τη λίστα με τα καλύτερα εστιατόρια διεθνώς (World's 50 Best Restaurants) το κατέταξε φέτος 104ο στον κόσμο σε επετειακή λίστα που περιλάμβανε όχι 100, ως είθισται, αλλά 120 εστιατόρια.



«Το να ασχοληθώ με τη βιομηχανία της εστίασης δεν ήταν στα πλάνα μου, προέκυψε στην πορεία αναζήτησής μου για φρέσκα προϊόντα σε μια προσπάθεια να ξεφύγω από τα βιομηχανοποιημένα που έβρισκα στο σούπερ μάρκετ. Μεγάλωσα στην εξοχή και η καθημερινότητά μου περιλάμβανε συνταγές με αγνά υλικά. Γνωρίζοντας στην πορεία τον σεφ Igor Grishechkin και δοκιμάζοντας την κουζίνα που παρουσίαζε σε δείπνα που διοργάνωνε η cooperativa LavkaLavka -συνεργαζόταν με Ρώσους αγρότες-αναρωτήθηκα αν υπήρχε ένα εστιατόριο στη πόλη που να υποστηρίζει μια τέτοιου τύπου "farm to table φιλοσοφία". Η αναζήτηση δεν απέδωσε και φίλοι του χώρου της εστίασης μου εξήγησαν ότι θα ήταν τρέλα να καταπιαστώ με κάτι τέτοιο σε μια εποχή που -όταν ακόμα δεν υπήρχε το εμπάργκο- όλοι οι σεφ δούλευαν με εισαγόμενα προϊόντα. Ευτυχώς δεν τους άκουσα. Στην πρώτη μας τοποθεσία, το Cococo φιλοξενούσε μόνο 76 άτομα και μετά από 1.5 χρόνο που έγινε γνωστό αποφασίσαμε τη μεταστέγασή του για να μεγαλώσουμε το project. Όταν έμαθα ότι υπήρχε διαθέσιμος χώρος στο πρώην “W Hotel” όπου ο Alain Ducasse στέγαζε μέχρι τότε ένα από τα εστιατορικά του project, σκέφτηκα ότι ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία να το εκμεταλλευτώ».



Φυσικά, ο δρόμος προς την κορυφή σπανίως είναι στρωμένος με ροδοπέταλα: «Δεν ήταν εύκολη υπόθεση να φτάσουμε εδώ που είμαστε ούτε να συστήσουμε το όραμά μας. Δουλεύουμε ομαδικά και ο στόχος μας είναι να βρίσκουμε πάντα τρόπους να είμαστε δημιουργικοί. Μιλώντας σε προσωπικό επίπεδο, είναι μεγάλη πρόκληση το να καταφέρω να αντεπεξέλθω στις απαιτήσεις μιας τόσο δύσκολης βιομηχανίας. Η Ρωσία έχει εξαιρετική γαστρονομική κουλτούρα που πρέπει να δουλέψουμε εντατικά για να της δώσουμε βήμα κάνοντάς τη διεθνώς γνωστή. Αυτό είναι το επόμενό μου στοίχημα όπως και το να δημιουργήσω ένα εστιατόριο εκτός χώρας. Σύντομα μάλιστα, θα προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε τη δική μας φάρμα από την οποία θα προμηθευόμαστε τα πάντα».


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Gala